Η πλάκα στα δόντια είναι ένα μαλακό, κολλώδες μικροβιακό στρώμα που σχηματίζεται καθημερινά πάνω στις επιφάνειες των δοντιών. Δεν είναι απλώς «υπολείμματα τροφών». Είναι ένα οργανωμένο βιοϋμένιο, δηλαδή μια κοινότητα μικροοργανισμών που προσκολλώνται στο δόντι και αλληλεπιδρούν με το σάλιο, τα σάκχαρα και τους ιστούς του στόματος. Αν δεν αφαιρείται συστηματικά, μπορεί να οδηγήσει σε τερηδόνα, ουλίτιδα, κακοσμία, και με τον χρόνο να μετατραπεί σε πέτρα, η οποία δεν αφαιρείται πλέον με απλό βούρτσισμα.
Η οδοντική πλάκα είναι ένα μαλακό βιοϋμένιο που αναπτύσσεται πάνω στα δόντια, κυρίως κοντά στα ούλα, ανάμεσα στα δόντια και σε σημεία που καθαρίζονται δύσκολα. Περιέχει βακτήρια, πρωτεΐνες του σάλιου, υπολείμματα τροφών, νερό και προϊόντα του μεταβολισμού των μικροβίων.
Το σημαντικότερο χαρακτηριστικό της είναι ότι αναδημιουργείται συνεχώς. Ακόμη και μετά από έναν σχολαστικό καθαρισμό, μέσα σε λίγες ώρες αρχίζει να σχηματίζεται ξανά ένα λεπτό στρώμα πάνω στην επιφάνεια του δοντιού. Αυτό δεν σημαίνει ότι το στόμα είναι «βρώμικο»· σημαίνει ότι το στόμα είναι ένα ζωντανό βιολογικό περιβάλλον. Το πρόβλημα ξεκινά όταν η πλάκα δεν διαταράσσεται καθημερινά με βούρτσισμα και μεσοδόντιο καθαρισμό.
Η πλάκα είναι ο βασικός αιτιολογικός παράγοντας για την ουλίτιδα, ενώ συμμετέχει και στην εξέλιξη της τερηδόνας και της περιοδοντικής νόσου. Η Cochrane αναφέρει ότι η οδοντική πλάκα είναι πρωταρχική αιτία της ουλίτιδας και εμπλέκεται στην εξέλιξη προς περιοδοντίτιδα, ενώ η συσσώρευσή της μπορεί να οδηγήσει και σε τερηδόνα.
Η δημιουργία της πλάκας είναι μια σταδιακή διαδικασία.
Αρχικά, πάνω στο καθαρό σμάλτο σχηματίζεται μια λεπτή πρωτεϊνική μεμβράνη από συστατικά του σάλιου, γνωστή ως επίκτητη μεμβράνη. Πάνω σε αυτήν προσκολλώνται πρώιμα βακτήρια. Στη συνέχεια, τα βακτήρια πολλαπλασιάζονται, παράγουν εξωκυττάριες ουσίες και δημιουργούν ένα πιο ώριμο, οργανωμένο βιοϋμένιο. Όταν υπάρχει συχνή πρόσληψη σακχάρων, ορισμένα βακτήρια μεταβολίζουν τα σάκχαρα και παράγουν οξέα. Τα οξέα αυτά μειώνουν το pH στην επιφάνεια του δοντιού και μπορούν να προκαλέσουν απομετάλλωση του σμάλτου.
Η διαδικασία αυτή εξηγεί γιατί η πλάκα δεν είναι στατική. Αλλάζει ανάλογα με τη διατροφή, τη στοματική υγιεινή, τη ροή του σάλιου, το κάπνισμα, τα φάρμακα, την ύπαρξη ορθοδοντικών μηχανισμών και τη γενική υγεία του ασθενούς.
Η πλάκα δεν είναι επικίνδυνη επειδή «φαίνεται» πάνω στα δόντια. Είναι σημαντική επειδή λειτουργεί ως βιολογικός μηχανισμός φλεγμονής και τερηδονικής δραστηριότητας.
Πρώτον, τα οξέα που παράγονται από τα βακτήρια μπορούν να προκαλέσουν τερηδόνα, ειδικά όταν η διατροφή περιλαμβάνει συχνά σάκχαρα ή όταν το βούρτσισμα είναι ανεπαρκές. Δεύτερον, η πλάκα κοντά στα ούλα ενεργοποιεί φλεγμονώδη αντίδραση, με αποτέλεσμα ερυθρότητα, οίδημα και αιμορραγία. Η ουλίτιδα χαρακτηρίζεται από αιμορραγία στην ανίχνευση, ερυθρότητα και οίδημα, χωρίς απώλεια πρόσφυσης ή οστού· σύμφωνα με την ταξινόμηση του 2018, διάγνωση ουλίτιδας τίθεται όταν υπάρχει ≥10% αιμορραγία στην ανίχνευση και βάθη θυλάκων ≤3 mm.
Τρίτον, όταν η πλάκα παραμένει για αρκετό χρονικό διάστημα, μπορεί να αρχίσει να μεταλλικοποιείται από τα άλατα του σάλιου. Τότε μετατρέπεται σε πέτρα, μια σκληρή εναπόθεση που λειτουργεί ως επιφάνεια κατακράτησης νέας πλάκας. Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: πλάκα → πέτρα → περισσότερη πλάκα → περισσότερη φλεγμονή.
Η πλάκα, όσο παραμένει μαλακή, μπορεί να αφαιρεθεί με σωστή καθημερινή στοματική υγιεινή. Η βάση είναι το βούρτσισμα δύο φορές την ημέρα με φθοριούχο οδοντόκρεμα και ο καθαρισμός ανάμεσα στα δόντια μία φορά την ημέρα. Η ADA συστήνει βούρτσισμα δύο φορές ημερησίως για τουλάχιστον δύο λεπτά με φθοριούχο οδοντόκρεμα, καθημερινό μεσοδόντιο καθαρισμό, περιορισμό σακχαρούχων σνακ/ποτών και τακτική οδοντιατρική παρακολούθηση.
Η τεχνική έχει μεγαλύτερη σημασία από τη δύναμη. Το πολύ έντονο βούρτσισμα δεν αφαιρεί περισσότερη πλάκα· αντίθετα, μπορεί να προκαλέσει υφιζήσεις ούλων, αποτριβές και ευαισθησία. Η οδοντόβουρτσα πρέπει να τοποθετείται με ήπια γωνία προς τη γραμμή των ούλων και να κινείται με μικρές, ελεγχόμενες κινήσεις. Τα πίσω δόντια, οι εσωτερικές επιφάνειες των κάτω προσθίων και οι περιοχές γύρω από στεφάνες, σφραγίσματα, γέφυρες ή ορθοδοντικά χρειάζονται ιδιαίτερη προσοχή.
Και οι δύο μπορούν να είναι αποτελεσματικές, αρκεί να χρησιμοποιούνται σωστά. Ωστόσο, τα διαθέσιμα δεδομένα δείχνουν ότι οι ηλεκτρικές οδοντόβουρτσες έχουν μικρό αλλά μετρήσιμο πλεονέκτημα στη μείωση πλάκας και ουλίτιδας. Σε ανασκόπηση Cochrane, η ηλεκτρική οδοντόβουρτσα συνδέθηκε με 11% μείωση της πλάκας στους 1–3 μήνες και 21% μετά τους 3 μήνες, ενώ για την ουλίτιδα η μείωση ήταν 6% και 11% αντίστοιχα.
Στην πράξη, η ηλεκτρική οδοντόβουρτσα βοηθά ιδιαίτερα άτομα που δυσκολεύονται με τη χειροκίνητη τεχνική, έχουν περιορισμένη δεξιότητα, ορθοδοντικούς μηχανισμούς ή τάση για παραμένουσα πλάκα. Δεν αντικαθιστά, όμως, τον μεσοδόντιο καθαρισμό.
Η οδοντόβουρτσα καθαρίζει κυρίως τις ορατές επιφάνειες. Δεν μπορεί να φτάσει αποτελεσματικά στα σημεία όπου τα δόντια ακουμπούν μεταξύ τους. Εκεί χρειάζεται νήμα, μεσοδόντια βουρτσάκια ή άλλα μεσοδόντια μέσα. Η Cochrane αναφέρει ότι, επειδή οι οδοντόβουρτσες δυσκολεύονται να καθαρίσουν τις μεσοδόντιες περιοχές, ο μεσοδόντιος καθαρισμός συνιστάται ως επιπλέον βήμα στη στοματική υγιεινή.
Το νήμα είναι χρήσιμο σε στενά μεσοδόντια διαστήματα. Τα μεσοδόντια βουρτσάκια είναι συχνά πιο αποτελεσματικά σε μεγαλύτερα διαστήματα, γύρω από γέφυρες, εμφυτεύματα ή περιοχές με υφίζηση. Το στοματικό διάλυμα μπορεί να βοηθήσει συμπληρωματικά, αλλά δεν αντικαθιστά τη μηχανική απομάκρυνση της πλάκας. Η χλωρεξιδίνη, για παράδειγμα, έχει ένδειξη σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, αλλά όχι για μακροχρόνια καθημερινή χρήση χωρίς οδηγία, λόγω πιθανών παρενεργειών όπως χρώσεις και αλλοίωση γεύσης.
Όταν η πλάκα δεν αφαιρείται, τα άλατα ασβεστίου και φωσφόρου από το σάλιο και το ουλικό υγρό μπορούν να εισχωρήσουν στο βιοϋμένιο και να το μεταλλικοποιήσουν. Έτσι δημιουργείται η πέτρα. Η σύγχρονη βιβλιογραφία περιγράφει την πέτρα ως αποτέλεσμα μεταλλικοποίησης της οδοντικής πλάκας, με οργανικά και ανόργανα συστατικά που προέρχονται από σάλιο, ουλικό υγρό και μικροβιακά προϊόντα.
Η πέτρα μπορεί να είναι υπερουλική, δηλαδή ορατή πάνω από τα ούλα, ή υποουλική, δηλαδή κρυμμένη κάτω από τα ούλα. Η υπερουλική πέτρα εμφανίζεται συχνά πίσω από τα κάτω μπροστινά δόντια και στις εξωτερικές επιφάνειες των άνω γομφίων, κοντά στους εκφορητικούς πόρους των σιελογόνων αδένων. Η υποουλική πέτρα είναι πιο δύσκολο να εντοπιστεί χωρίς οδοντιατρική εξέταση και συνδέεται στενότερα με περιοδοντική φλεγμονή.
Αν η πλάκα έχει μετατραπεί σε πέτρα, δεν μπορεί να αφαιρεθεί με βούρτσισμα ή νήμα. Χρειάζεται επαγγελματικός καθαρισμός με εργαλεία χειρός ή υπερήχους.
Ο επαγγελματικός καθαρισμός δεν είναι απλώς αισθητική πράξη. Επιτρέπει στον οδοντίατρο να αφαιρέσει την πέτρα, να αξιολογήσει τα ούλα, να εντοπίσει τερηδονικές βλάβες ή παλιές αποκαταστάσεις με πρόβλημα και να εκπαιδεύσει τον ασθενή στη σωστή τεχνική καθαρισμού. Για ασθενείς με ουλίτιδα, περιοδοντίτιδα, διαβήτη, κάπνισμα, ξηροστομία ή εμφυτεύματα, η συχνότητα επανελέγχου εξατομικεύεται.